1.   Το μαλλί από την αρχαιότητα ως και σήμερα

Το μαλλί είναι η υφαντική ίνα, η οποία προέρχεται από το τρίχωμα ορισμένων ζώων και κυρίως του προβάτου.

Ο πρωτόγονος άνθρωπος χρησιμοποίησε αρχικά τα δέρματα των ζώων για να καλύψει το σώμα του. Αργότερα ανακάλυψε ότι μπορούσε να κουρέψει το μαλλί από τα ζώα, να το κλώσει σε νήματα και να κατασκευάσει ύφασμα. Πιο συγκεκριμένα, κατά τα προϊστορικά, κυρίως τα νεολιθικά χρόνια, περίπου από το 7000 π.Χ. και μετά, το μαλλί και τα δέρματα θεωρούνται ως τα κύρια υλικά κατασκευής των ενδυμάτων. Αργότερα, τόσο στην εποχή του Ομήρου (περίπου 800/700 π.Χ.), όσο και στους μετέπειτα χρόνους οι πρώτες ύλες κατασκευής ενδυμάτων, το μαλλί και το λινό έχουν τη μεγαλύτερη σημασία, με το μαλλί να κρατά σ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας τα σκήπτρα.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι τα παλιότερα δείγματα μάλλινων υφασμάτων προέρχονται από την προδυναστική Αίγυπτο και χρονολογούνται στην 4η χιλιετία. Υφάσματα που βρέθηκαν σε τάφους της Δανίας είναι στην πλειοψηφία τους μάλλινα και χρονολογούνται στην Εποχή του Χαλκού (1300-1000 π.Χ.), όπως και εκείνα από τις Άλπεις.

Λευκή λήκυθος που απεικονίζει γυναίκα να γνέθει μαλλί σε κλωστή.Ήταν μια από τις πιο συνηθισμένες ασχολίες των γυναικών

Λευκή λήκυθος που απεικονίζει γυναίκα να γνέθει μαλλί σε κλωστή.Ήταν μια από τις πιο συνηθισμένες ασχολίες των γυναικών

        Στην υφαντουργία το μαλλί συνήθως παραπέμπει στο τρίχωμα των προβάτων, παρόλο που και άλλα ζώα προσφέρουν τρίχα κατάλληλη για κατασκευή μάλλινων υφασμάτων. Η ποιότητα του μαλλιού εξαρτάται από τη φυλή των προβάτων και την περιοχή στην οποία παράγεται. Τα πρόβατα της φυλής μερινός, παράγουν την καλύτερη ποιότητα μαλλιού στον κόσμο. Εκτρέφονται κυρίως στην Αυστραλία, μόνο για το μαλλί τους και όχι για το κρέας ή άλλα κτηνοτροφικά προϊόντα.

Εκτός από τα πρόβατα, άλλα ζώα που παράγουν τρίχα κατάλληλη για την κλωστοϋφαντουργία είναι:

η καμήλα

η αίγα μοχέρ

η αίγα κασμίρ

το λάμα (ανήκει στην οικογένεια των καμήλων)

το αλπακά (ανήκει στην οικογένεια των καμήλων)

το κουνέλι ανκορά

Η τρίχα τους χρησιμοποιείται είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με μαλλί προβάτου, για να είναι χαμηλότερο το κόστος του υφάσματος. Το όνομα του υφάσματος συνοδεύεται από το όνομα του ζώου που παράγει την τρίχα π.χ.

τρίχα καμήλας – ύφασμα καμηλό

τρίχα κασμίρ – ύφασμα κασμίρ

τρίχα κουνελιού ανκορά – ύφασμα ανκορά

σταδια επεξεργασιας του μαλλιου

 

 

 

2.  Η εξέλιξη της διαδικασίας της επεξεργασίας του μαλλιού.

         Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επεξεργασία του μαλλιού κατά την αρχαιότητα. Κύρια πηγή από την οποία προμηθεύονταν το μαλλί ήταν το πρόβατο. Αφού πρώτα κούρευαν τα πρόβατα οι γναφείς καθάριζαν το μαλλί. Οι νοικοκυρές εκείνης της εποχής συνήθως αγόραζαν αυτό το καθαρισμένο μαλλί και κατόπιν ξεκινούσαν την κατεργασία του για την κατασκευή ενός χονδρού φιτιλιού. Η εργασία αυτή γινόταν με τα χέρια, ή στο γόνατο ή με τη βοήθεια του επίνητρου, ενός εργαλείου σε σχήμα ημικυλινδρικό που τοποθετούσαν οι γυναίκες στον μηρό, και το οποίο κάλυπτε και το γόνατο, για να ξάνουν το γνεσμένο ήδη μαλλί. Τα επίνητρα που έχουν βρεθεί προέρχονται από τάφους και ιερά της Αττικής, της Βοιωτίας, της Ερέτριας και της Ρόδου και χρονολογούνται από τα μέσα του 6ου μέχρι το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα.

Ερυθρόμορφο επίνητρο

Ερυθρόμορφο επίνητρο

Αφού ετοιμαζόταν το φυτίλι, άρχιζε το καθαυτό γνέσιμο, το λεπτότερο γνέσιμο με τη βοήθεια της ηλακάτης, της ρόκας. Τη διαδικασία κλείνει η ύφανση, όπου όμως χρησιμοποιείται ο «όρθιος ιστός», δηλ. ο τύπος του όρθιου, του κάθετου αργαλειού, για τον οποίο είναι απαραίτητα τα υφαντικά βάρη. Σκηνές αυτής της εργασίας διαθέτουμε από παραστάσεις αγγείων.

Αμφορέας στον οποίο απεικονίζονται γυναίκες να υφαίνουν και να επεξεργάζονται κλωστή από μαλλί σε όρθιο ιστό

Αμφορέας στον οποίο απεικονίζονται γυναίκες να υφαίνουν και να
επεξεργάζονται κλωστή από μαλλί σε όρθιο ιστό

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η οικοτεχνία ήταν αρκετά ανεπτυγμένη και ιδιαίτερα η υφαντική τέχνη, αφού όλα σχεδόν τα ρούχα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα κλινοσκεπάσματα, τα χαλιά κλπ. ήταν μάλλινα και ντόπιας παραγωγής με πρώτη ύλη το μαλλί από τα πρόβατα. Την άνοιξη, πριν ακόμη αρχίσουν οι ζέστες, οι κτηνοτρόφοι του χωριού κούρευαν τα πρόβατα.  Μετά το κούρεμα ξεκινούσε μια μακρά διαδικασία επεξεργασίας και εκμετάλλευσης του μαλλιού. Αρχικά ο όγκος του μαλλιού πλένονταν με καυτό νερό και μετά με κρύο νερό, για να αποκτήσουν λευκότητα τα άσπρα και να καθαρίσουν τα σκουρόχρωμα μαλλιά.  Αφήνονταν να στεγνώσουν καλά και στη συνέχεια τα άνοιγαν δηλαδή με τα δάκτυλα τα πυκνά και μπλεγμένα μαλλιά, για να γίνει εύκολο το λανάρισμα.

Ακολουθούσε το λανάρισμα. Τις μεγάλες ποσότητες μαλλιών τις πήγαιναν σε ειδικά λαναρεία. Λίγα μαλλιά όμως τα λανάριζαν μόνες τους οι γυναίκες. Σ’ όλα τα σπίτια υπήρχαν λανάρια. Τα λανάρια ήταν δύο τετράγωνες σανίδες, 35 εκατοστών περίπου. Στη μια πλευρά της καθεμιάς υπήρχαν, καλά στερεωμένα, πυκνά συρματάκια ατσάλινα. Τοποθετούσαν στο άκρο μιας πλατιάς σανίδας ενός μέτρου περίπου δύο κάθετες τετράγωνες σανίδες και οριζόντια πάνω σ’ αυτές την κάτω λανάρα, με τα συρματάκια προς τα πάνω. Η πάνω λανάρα είχε μια χειρολαβή. Καθόταν η γυναίκα πάνω στη σανίδα, με τα πόδια της απλωμένα στο κενό ανάμεσα από τις κάθετες σανίδες. Έτσι, με το βάρος της γυναίκας, στηριζόταν καλά η κάτω λανάρα. Έβαζε τα μαλλιά πάνω στη λανάρα και τραβώντας πολλές φορές την πάνω λανάρα με τη χειρολαβή προς το μέρος της λανάριζε τα μαλλιά.

Γυναίκες που ασχολούνται με την επεξεργασία του μαλλιού

Γυναίκες που ασχολούνται με την επεξεργασία του μαλλιού

Το αμέσως επόμενο βήμα ήταν το γνέσιμο. Τοποθετούσαν το μαλλί στη ρόκα και τραβώντας με τα δάκτυλά τους λίγο – λίγο από το κάτω μέρος το έστριβαν με το αδράχτι και το σφοντύλι και το έκαναν νήμα, που το τύλιγαν στο αδράχτι κάνοντας το μασούρια. Κάθε φορά έκαναν νήμα για μια συγκεκριμένη χρήση κάνοντας ποικιλία νημάτων: άλλοτε πολύ λεπτό και καλά στριμμένο, άλλοτε πιο χοντρό και λιγότερο στριμμένο, ανάλογα πάντα με τον προορισμό του κάθε νήματος. Από τα μασούρια μάζευαν το νήμα σε κουβάρια. Στη συνέχεια το έβαφαν ανάλογα πάντα με τη χρήση του. Το νήμα αυτό το χρησιμοποιούσαν, για να κάνουν πλεκτά (πουλόβερ, φανέλες κλπ.) ή κάλτσες (τσιρέπια), κυρίως όμως για να το υφάνουν. Πριν βαφεί το μαλλί υφίστατο μια ειδική κατεργασία, που στη σημερινή επιστημονική γλώσσα λέγεται πρόστυψη. Με διάφορα λουτρά προετοιμάζονταν το μαλλί να δεχθεί στέρεα τις χρωστικές ουσίες. Καταστάλαγμα στάχτης, διάλυση στύψης ή αλατιού χρησιμοποιούνταν για τα λουτρά αυτά. Αφού το νήμα στράγγιζε, βαφόταν σε βραστό νερό. Παλιότερα οι χρωστικές ουσίες ήσαν φυτικές: το ριζάρι για το κόκκινο χρώμα, το ροδάμι του πουρναριού για διαφορετικό κόκκινο, ο μέλεγος για το πράσινο, οι φλούδες της καρυδιάς για το μαύρο, οι γαζίες για το κίτρινο, η φλούδα του πεύκου για το ανοιχτό καφέ, το λουλάκι για το γαλάζιο. Επιτυγχάνονταν έτσι στέρεοι χρωματισμοί, αλλά παρουσίαζαν δυσκολίες στην εύρεση του ακριβούς τόνου. Οι καιρικές συνθήκες της χρονιάς, η σύσταση του εδάφους, η σκληρότητα του νερού, επιδρούσαν στην περιεκτικότητα του διαλύματος σε χρωστικές ουσίες. Έτσι οι συνταγές δεν ήταν σταθερές και η επιτυχία της βαφής εξαρτιόταν από την ικανότητα της τεχνίτριας να βρει το σωστό τόνο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι μπογιές του εμπορίου, πού, όταν είναι καλής ποιότητας, δίνουν σίγουρο και σταθερό αποτέλεσμα. Για τη σταθεροποίηση των χρωμάτων γινόταν το «στύψιασμα», δηλαδή τελικό λουτρό των βαμμένων νημάτων σε διάλυση στύψης. Μετά το στέγνωμα, ήταν έτοιμο για την ύφανση, πού γινόταν στον «ξύλινο» αργαλειό.

Για το στάδιο της ύφανσης ήταν απαραίτητος ο αργαλειός, ο οποίος ήταν γνωστός χιλιάδες χρόνια πριν. Ο Όμηρος, που έζησε 2700 τόσα χρόνια πριν τον μνημονεύει συχνά τόσο στην Ιλιάδα όσο και κυρίως στη Οδύσσεια.
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι όχι μόνο γνώριζαν τον αργαλειό και τη ρόκα όλες οι γυναίκες, καθώς και οι βασίλισσες, ακόμα και θεές, αλλά και κεντούσαν στα υφαντά τους θαυμάσιες παραστάσεις. Ο αργαλειός διατηρώντας τα βασικά το στοιχεία εξελίχθηκε ανά τους αιώνες φτάνοντας στη σημερινή εποχή που πλέον έχει αντικατασταθεί από σύγχρονα μηχανήματα.

Σήμερα το μαλλί πηγαίνει στα εργοστάσια, στα κλωστοϋφαντουργεία  από εκεί γίνεται νήμα σε κουβάρια και μετά πηγαίνει στις βιοτεχνίες όπου καταλήγει σε ρούχα και άλλα είδη.

 

Χωρίς τίτλο

3.  Οι ιδιότητες του μαλλιού

Το μαλλί είναι από τα σπουδαιότερα υλικά υφαντουργίας. Παρουσιάζει πολλές και ενδιαφέρουσες ιδιότητες:

  • Είναι μαλακό.
  • Είναι ζεστό γιατί είναι κακός αγωγός της θερμότητας και μονώνει τη  θερμοκρασία του σώματος .
  • Αντέχει στη χρήση, αν συντηρηθεί σωστά.
  • ∆εν καίγεται εύκολα
  • Είναι ελαστικό.
  • Απορροφά και συγκρατεί νερό και αυξάνεται το βάρος του, γι’ αυτό και το στέγνωμα των πλεκτών γίνεται σε επίπεδη επιφάνεια.
  • Οι ίνες του μαλλιού είναι απαλές, ευλύγιστες, δεν τσαλακώνουν εύκολα.
  • Μπορούν να απορροφήσουν μέχρι 40% υγρασία χωρίς να δίνουν την αίσθηση ότι είναι υγρές
  • ∆εν αντέχει σε ψηλή θερμοκρασία, γι αυτό πλένεται σε χλιαρό νερό,  στεγνώνει μακριά από τον ήλιο και σιδερώνεται σε χαμηλή θερμοκρασία.
  • Προσβάλλεται από έντομα, γι’ αυτό πρέπει να προστατεύεται με φυσικά  αντισκορικά, όπως λεβάντα, θυμάρι, δάφνη.

4.  Η παραγωγή μαλλιού

Η παγκόσμια παραγωγή μαλλιού ανήλθε το 2000 σε 1,4 εκατομμύρια τόνους, που αποτελεί το 3% του συνόλου των παραγωμένων κλωστοϋφαντουργικών ινών. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής μαλλιού είναι η Αυστραλία, η Ρωσία, η Νέα Ζηλανδία, η Κίνα, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη και η Νότιος Αφρική.

Η Ελλάδα έχει μια μικρή παραγωγή μαλλιού, το οποίο όμως θεωρείται ακατάλληλο για την κατασκευή υφασμάτων για ενδύματα. Με την προπαρασκευή του νήματος ασχολούνται μοναχά λιγοστές μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν ακόμη σε μορφή βιοτεχνίας. Έτσι γίνεται εισαγωγή της πρώτης ύλης σε μορφή φυτιλιού ΤΟΡ ή νήματος. Εισάγεται άριστης ποιότητας μαλλί από την Αυστραλία και χρησιμοποιώντας το ως κύρια πρώτη ύλη, παράγεται νήμα το οποίο πωλείται στη συνέχεια σε εταιρίες κατασκευής υφασμάτων. Έτσι οι εταιρίες κατασκευής νήματος στην Ελλάδα είναι εξειδικευμένες και ασχολούνται κυρίως με τις φάσεις επεξεργασίας του μαλλιού από την μορφή του φυτιλιού ΤΟΡ και έπειτα.

5. Οι χρήσεις των μάλλινων υφαντών

Οι χρήσεις των μάλλινων υφαντών ήταν ποικίλες:

  • Έφτιαχναν  κιλίμια, μεγαλύτερα συνήθως από τα άλλα υφαντά, που στρώνονται στο πάτωμα, οι μπατανίες, τα κλινοσκεπάσματα, τα χράμια, μικρότερων διαστάσεων και με μακριά κρόσσια, που στρώνονται και πάνω στα σαμάρια των μεταφορικών ζώων τις επίσημες μέρες, τα μαξιλάρια, τα προσκέφαλα, κυρίως για διακοσμητική χρήση.
  •  Οι αντρομίδες, χοντρά μάλλινα υφαντά κλινοσκέπασμα με σχέδια.
  • Οι μπατανίες σκεπάσματα με διάφορα χρώματα και σχέδια, είχαν κεφαλάρια, δηλαδή χρωματιστές οριζόντιες ραβδώσεις στις δύο στενές πλευρές των υφαντών.
  •  Οι κουρελούδες, πρόχειρα χαλιά υφασμένα από μικρά διαφορετικά κουρελάκια (παλιά υφάσματα) .
  • Οι τσαντίλες, αραιοϋφασμένα πανιά για την αποστράγγιση του τυριού.
  • Οι τάβλες, που ήταν μικρά τετράγωνα υφαντά από πρόβειο μαλλί και τα κρεμούσαν στο χειμωνιάτικο από τις τέσσερις γωνίες τους, για να βάζουν μέσα το ψωμί.
  • Οι ντορβάδες (σακούλια), μικροί σάκοι, ανοιχτοί επάνω, που χρησίμευαν για τη μεταφορά τροφίμων ή μικρών γεωργικών εργαλείων. Τους κρεμούσαν από τον ώμο με μάλλινο επίσης κορδόνι και με φούντα τις επίσημες μέρες. Ντορβάδες, καμωμένους από τραγόμαλλο, χρησιμοποιούσαν για το τάισμα των αλόγων και των άλλων μεγάλων ζώων.

Απ’ αυτά τα είδη, οι βελέντζες είχαν και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ’ αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα, όπου έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου και είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι να γίνονται πιο απαλά στη χρήση τους.