1. Ο αργαλειός. Η σημασία και η ιστορική του εξέλιξη

Ο αργαλειός είναι µια πολύτιµη µηχανή που χρησιµοποιούνταν για την ύφανση. Στα παλιά χρόνια η κύρια ασχολία των γυναικών ήταν το κέντηµα, το πλέξιµο και η ύφανση. Έτσι, το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιµο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά ήτανε ο αργαλειός. Οι περισσότερες γυναίκες φιλοξενούσαν στα σπίτια τους τουλάχιστον από έναν αργαλειό. Τον τοποθετούσε µέσα στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωµάτιο. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού o αργαλειός ήταν µόνιµα στηµένος, κάτω από χαγιάτια (µπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωµατίου στο σπίτι. Αποτελούσε τον βασικό ρόλο στην οικιακή οικονοµία σαν το κύριο µέσο ύφανσης και κλωστοϋφαντουργίας.

Με τη χρήση, λοιπόν, του αργαλειού από την κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψη της ένα ατοµικό υφαντουργικό εργαστήρι. Με αυτόν ήταν σε θέση να καλύψει όλες τις ανάγκες της οικογένειας σε είδη ρουχισµού και κλινοστρωµνής. Ήταν το σπιτικό τους εργαλείο για την ύφανση υφαντών, κιλιµιών, µάλλινων υφασµάτων, βαµβακερών, λινών, µεταξωτών κ.λ.π. Οι γυναίκες µε τον αργαλειό έφτιαχναν φουστάνια, µεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και µπούστα, για τον εαυτό τους. Για τους άνδρες έφτιαχναν παντελόνια, πουκάµισα, βράκες, φανέλες, κάπες και καπότες µε τις κουκούλες.

Στον αργαλειό γίνονται και οι κουρελούδες οι οποίες ήταν τα παλιά τους ρούχα, κοµµένα σε στενές λωρίδες. Τα έκαναν κουβάρια και τα ύφαιναν. Ανάλογα µε τα χρώµατα που είχαν τα ρούχα έφτιαχναν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες. Για να φτιάξουν µια κουβέρτα ή ακόµα και κάτι µικρότερο χρειαζόταν πολλές ώρες δουλειάς.

Ο άλλος, εξίσου σηµαντικός, τοµέας προσφοράς του αργαλειού ήταν τα κλινοσκεπάσµατα της οικογένειας. Πολύχρωµες µπατανίες, χράµια, κιλίµια, κουρελούδες, τσαντίλες, βελέντζες και σαλίσµατα. Τα δύο τελευταία, είχανε και  25 µια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή οπού εκεί έστριβε το νερό ο µυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσµα. Τα βάζανε σε µια µεγάλη φυσική συνήθως γούρνα κι έπεφτε από ψηλά τρεχούµενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για µια βδοµάδα περίπου. Είχε σαν αποτέλεσµα, µε το συνεχές κτύπηµα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι γίνονταν πιο απαλά στη χρήση τους.

Στα Οµηρικά έπη, αναφέρεται ως Ιστός. Η Πηνελόπη ύφαινε τη µέρα και ξεΰφαινε τη νύχτα. Με τον τρόπο αυτό ξεγελούσε τους «µνηστήρες» που την περίµεναν ώσπου να τελειώσει το «διασίδι» της. Η Θεά Εργάνη, η θεά Αθηνά αναφέρεται ως προστάτιδα θεά της υφαντικής τέχνης, και απεικονίζεται σε αγγειογραφίες να υφαίνει σε αργαλειό.

Ο αργαλειός της Πηνελόπης

Ο αργαλειός της Πηνελόπης

 

Στην µινωική περίοδο, οι γυναίκες κατείχαν ξεχωριστή θέση στην κοινωνία και τις χαρακτήριζε η θρησκευτική τους ευλάβεια. Ιστορικά, οι Μινωίτισσες ήταν οι πρώτες γυναίκες που φόρεσαν ρούχα τα οποία τόνιζαν κάποια σηµεία του σώµατος τους και ιδιαίτερα την λεπτή τους µέση. Τα ενδύµατα που ύφαιναν, επιπλέον αναδείκνυαν το στήθος τους, το οποίο ήταν σύµβολο γονιµότητας και εφορίας. Εκείνη την εποχή, επίσης εντοπίζεται το πρώτο παράδειγµα υψηλής ραπτικής, µε τη µικρή «Θεά των Όφεων» από το ανάκτορο της Κνωσού, που και στην περίπτωση αυτή παρατηρούµε την έµφαση που δίνεται στο πάνω µέρος του σώµατος.

Μετά τη βιοµηχανική επανάσταση αντικαταστάθηκε ο κλασικός, ξύλινος, κινούµενος µε µυϊκή ενέργεια αργαλειός, από τον µηχανικό αργαλειό. Σήµερα έχει σχεδόν καταργηθεί. Η διαδικασία πλέον της ύφανσης έχει µηχανοποιηθεί και τη θέση που κατείχε ο αργαλειός, στο παρελθόν, έχει τώρα πάρει η υφαντική µηχανή.

2.  Ο κάθετος αργαλειός

Από τους αρχαίους Αιγύπτιους και τους Οµηρικούς Έλληνες µέχρι και τον 19ο αιώνα η φυλή των Ινδιάνων της Αµερικής Ναβάχο (Navaho) χρησιµοποιούσαν τον κάθετο αργαλειό. Κάθετος αργαλειός µε βαρίδια (6.000 π.Χ.). θεωρείται ότι αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τη Νεολιθική Εποχή. Έδεναν το ένα άκρο των νηµάτων του στηµονιού σε κάποιο οριζόντιο κλαδί δέντρου, ενώ στο άλλο άκρο έδεναν πέτρες.

Με τον τρόπο αυτόν οι πέτρες λειτουργούσαν σαν βαρίδια για να διατηρούνται τα νήµατα τεντωµένα. Εποµένως, παραµερίζονταν το πρόβληµα ευλυγισίας. Το στηµόνι ήταν κάθετα προς τα νήµατα του υφαδιού και έτσι διαπλεκόταν τα νήµατα µεταξύ τους για να παραχθεί µε επιτυχία το ύφασµα. Το µέγιστο µήκος υφάσµατος δεν ξεπερνούσε τα δύο µέτρα, για να µπορεί να φθάσει η υφάντρια, να περάσει το υφάδι. Ο κάθετος αργαλειός παρέµεινε ο πιο συνηθισµένος τύπος αργαλειού για χιλιετηρίδες.

 

Κάθετος αργαλειός

Κάθετος αργαλειός

3. Ο οριζόντιος αργαλειός

Στην Ευρώπη κατά τον 13ο αιώνα µ.Χ., ο κάθετος αργαλειός πέρασε στο περιθώριο και αντικαταστήθηκε από τον νέο πλέον και πιο βολικό οριζόντιο αργαλειό, τον οποίο γνώριζαν στην αρχαία Αίγυπτο, από το 3.000 π.Χ.. Η πρώτη σηµαντική εξέλιξη που συνέβη στον αργαλειό ήταν η δυνατότητα στο να ξετυλίγεται το στηµόνι από τη µία πλευρά και να τυλίγεται το ύφασµα που  27παραγόταν στο αντί από τη µεριά της υφάντρας. Στη συνέχεια, προστέθηκαν τελάρα που διευκόλυναν το άνοιγµα του στηµονιού, απ’ όπου µε τη βοήθεια της σαΐτας περνούσε το υφάδι.

Ο οριζόντιος αργαλειός είναι σίγουρα πιο σταθερός και πιο γερός σε σχέση µε τον κάθετο, εφόσον ξύλα είναι τα εξαρτήµατα που αποτελούν το σκελετό του και όχι βαρίδια από πέτρες. Επιπλέον στηρίζεται καλά στο πάτωµα. Με τον οριζόντιο αργαλειό µπορεί να δουλεύει η υφάντρα πιο άνετα και πιο εύκολα.

Οι λειτουργίες του οριζόντιου αργαλειού που είχαν επινοηθεί χιλιάδες χρόνια πριν, παραµένουν µέχρι και σήµερα αναλλοίωτες. Προέκυψαν κάποιες µεταβολές µε στόχο τη βελτίωση των µηχανικών µέσων, όπως ήταν η δηµιουργία της ιπτάµενης σαΐτας. Η εισαγωγή περισσότερων τελάρων αποτελούσε την ποικιλία των υφαντικών σχεδίων, για να καταλήξουµε σήµερα στους αυτοµατισµούς ενός σύγχρονου αργαλειού

Ο αργαλειός φτιαχνόταν από τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα δέντρου, που συνδέονταν και με άλλα ξύλα, με ειδικούς αρμούς και είχε τα έξης εξαρτήματα: Δύο «αντί» που στο ένα τυλιγόταν το στημόνι και στο άλλο το υφάδι, διάφορα χτένια, δύο ποδαρικά, τέσσερα μιτάρια, το ξυλόχτενο, την ποταμίστρα, την κουρούνα, τις τροχαλίες, τις σαΐτες, το κάθισμα και τους συνδετήρες.

Οριζόντιος αργαλειός

Οριζόντιος αργαλειός

 

Ο αργαλειός δεν ήταν πάντα στημένος μόνιμα σε κάποιο μέρος του σπιτιού, δεν αποτελούσε δηλαδή ένα μόνιμο και εμφανές τμήμα της οικοσκευής. Το στήσιμο του αργαλειού δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Ήθελε σταθερότητα και ζύγισμα, για να μη μετατοπίζεται με τα τραντάγματα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά. Στα περισσότερα σπίτια του χωριού o αργαλειός ήταν μόνιμα στημένος, κάτω από χαγιάτια (μπαλκόνια), στο κατώι δίπλα πάντα από παράθυρο και προσωρινά πολλές φορές στην άκρη του δωματίου στο σπίτι. Τα εξαρτήματά του αποθηκεύονταν προφανώς κάπου και την κατάλληλη εποχή, κυρίως την άνοιξη, στηνόταν πάλι από την αρχή. Το στήσιμο καθ’ αυτό δεν θα πρέπει να παρουσίαζε δυσκολίες αρκεί να βρισκόταν η κατάλληλη γωνία για το φυσικό άνοιγμα, έτσι ώστε να τοποθετηθούν σε σωστή κλίση οι ιστόποδες οι οποίοι στηρίζονταν συνήθως στον τοίχο, καθώς και οι κοιλότητες για την καλύτερη υποδοχή τους στο δάπεδο. Η στήριξη αυτή δημιουργούσε μεν την κλίση, αλλά η ακινητοποίηση επιτυγχάνονταν με δύο μικρά δοκάρια που χρησίμευαν ως αντιστηρίγματα στην πίσω πλευρά του αργαλειού.

4. Τα εξαρτήματα του αργαλειού

Το στήσιµο του αργαλειού δεν ήταν πολύ εύκολη διαδικασία, γιατί ήθελε σταθερότητα και ζύγισµα, για να µη µετατοπίζεται µε τα τραντάγµατα από τις κινήσεις που έκανε η νοικοκυρά κατά την ύφανση. Φτιαχνόταν από τέσσερα ισομεγέθη γερά και βαριά όρθια ξύλα δέντρου, που συνδέονταν και με άλλα ξύλα, με ειδικούς αρμούς και είχε τα έξης εξαρτήματα:

Το πιο βασικό ήταν το αντί, που είχε το νήμα. Αυτό τοποθετείται απέναντι από την υφάντρα. Το νήμα αυτό χωρισμένο από τον γκάρδιο (σιδερένια βέργα), σχηματίζει 2 επιφάνειες, οι οποίες πέρναγαν μέσα από τα μιτάρια και τα χτένια και κατέληγαν στο αντί, που ήταν μπροστά στην υφάντρα και λεγόταν σχιστάνι. Τούτο το έλεγαν έτσι, γιατί φέρει σχίσιμο στη μέση ώστε να περνάει το ύφασμα.

Τα μέρη του αργαλειού

Τα μέρη του αργαλειού

 

Τα μιτάρια ήταν δικτυωτά πλέγματα νημάτων, σε σχήμα 8. Ήταν στερεωμένα τα νήματα σε δυο λεπτές σανίδες, που είχαν σταθερή θέση. Λέγονται μιτάρια, γιατί το νήμα λέγεται και μίτος (βλ. Μίτος της Αριάδνης, Θησέας, Λαβύρινθος – από τη μυθολογία).

Μυτάρια

Μυτάρια

 

Από εκεί οι κλωστές πήγαιναν στα καρούλια ή καρέλια, στην οροφή του αργαλειού. Αυτά κρέμονταν κι είχαν την ικανότητα με τις πατήθρες ή ποδαρίτσες, που κρέμονται απ’ αυτά, να μετακινούνται οι κύκλοι του 8, πότε πάνω και πότε κάτω. Οι πατήθρες πατιόνται όταν ήθελε η υφάντρα να μετακινήσει τις δυο επιφάνειες των νημάτων. Στη συνέχεια οι κλωστές περνάνε μάσα από τα χτένια. Και αυτά ήταν φτιαγμένα από μικρά τεμάχια καλαμιού ή σύρματος, που ήταν στερεωμένα σε 2 παράλληλα τεμάχια σανιδιών. Το άνοιγμα που αφήνουν τα καλαμάκια χαρακτήριζε τα χτένια σε: 1) Δασόχτενα (δασιά υφάσματα – πουκάμισα και σκουτιά), 2) Ρασόχτενα (για τα ράσα των παπάδων) και 3) Πανόχτενα (για λιόπανα, αντρομίδες, βελέντζες, κιλίμια, κάπες, σαγίσματα) και λοιπά. Το χτένι μπαίνει σε μια θήκη, που το στερέωνε κι έτσι η υφάντρα το κτύπαγε με όση δύναμη χρειαζόταν για να σφίξει το νήμα. Η θήκη αυτή κρέμεται από την οροφή του αργαλειού.

Χτένια

Χτένια

 

Ανάμεσα λοιπόν στις 2 επιφάνειες των τεντωμένων νημάτων, που ανεβοκατεβαίνουν, χορεύει η σαΐτα, που είναι μακρόστενο ρομβοειδές εργαλείο, με κοιλιά στη μέση, για να μπαίνουν τα μασούρια και τα κουλούκια. Τα μασούρια και τα κουλούκια ήταν μικρά σωληνάκια, που πάνω τους τυλιγόταν το υφάδι.
Η υφάντρα μπροστά της έχει στερεωμένο το σχιστάνι. Με σφήνες το περιστρέφει κάθε τόσο και λιγάκι, για να χοντρύνει το βιλάρι.

 

5. Ο αργαλειός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνταν 3 είδη αργαλειού: ο πλαγιαστός, ο όρθιος και του λάκκου. Ο πλαγιαστός ήταν ο πιο συνηθισμένος. Φτιαγμένος από 4 ξύλα που συνδέονταν χαμηλά με 4 χοντρά σανίδια και με άλλα 4 στην κορυφή τους.

Πλαγιαστός αργαλειός

Πλαγιαστός αργαλειός

Οι γυναίκες έφτιαχναν μ’ αυτόν φουστάνια, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες, γιορντάνια και μπούστα, για τον εαυτό τους. Για τους άνδρες έφτιαχναν παντελόνια, πουκάμισα, βράκες, φανέλες, κάπες με τις κουκούλες.

Ο άλλος, εξίσου σημαντικός, τομέας προσφοράς του αργαλειού ήταν τα κλινοσκεπάσματα της οικογένειας. Πολύχρωμες μπατανίες, χράμια, βελέντζες, σαλίσματα, κιλίμια, κουρελούδες, και τσαντίλες. Απ’ αυτά τα είδη, οι βελέντζες και τα σαλίσματα είχανε και μια επιπρόσθετη επεξεργασία. Τα πηγαίνανε υποχρεωτικά στη νεροτριβή (σ’ αυτή έστριβε το νερό ο μυλωνάς, όταν δεν είχε άλεσμα). Τα βάζανε σε μια μεγάλη φυσική (συνήθως) γούρνα κι έπεφτε από ψηλά τρεχούμενο νερό. Αυτό συνεχιζότανε για μια βδομάδα περίπου. Είχε σαν αποτέλεσμα, με το συνεχές κτύπημα του νερού, να φουσκώνουν, να βγάζουν χνούδι κι έτσι γίνονταν πιο απαλά στη χρήση τους. Ο αργαλειός θεωρείται  η σημαντικότερη μηχανή για την οικιακή οικονομία της οικογένειας σ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας έως τις αρχές της δεκαετίας το 1970.

6. Πρώτες ύλες

Κύριες πρώτες ύλες το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μαλλί.

Το βαµβάκι: Είναι µια πρώτη ύλη που εµφανίζεται στην Ελλάδα τον 2ο αι. Το 18ο αι. αποτελείται σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν, µε τη µορφή νήµατος. Τα Αµπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τίρναβος, οι Σέρρες και η Αγιά ευηµερούσαν χάρη σ’ αυτό. Αφού το ξεκουκίσουν, έπειτα το κόβουν µε το δοξάρι. Το δοξάρι ήταν εργαλείο σε σχήµα τόξου και µε αυτό ξαίνουν το βαµβάκι και το µαλλί. Ύστερα το κλώθουν µε τη ρόκα και το αδράχτι.

Βαμβάκι

Βαμβάκι

Το λινάρι: Η συγκοµιδή του γινόταν από γυναίκες, µε επικεφαλής τη δραγοµάνα. Το θέριζαν, όπως το σιτάρι. Το έκαναν δεµάτια κι άφηναν το κάθε δεµάτι µέσαστο νερό για µέρες προκειµένου να µαλακώσει πολύ. Μετά το πέρναγαν από το µαγκάνι ώστε να φύγει η εξωτερική φλούδα και να έχουµε µια τέλεια αποφλοίωση.Θέλει στη συνέχεια, υποµονετικό κοπάνισµα, βρόχιασµα ώστε να φύγουν οι κόµποι, βούρτσισµα ώσπου να µείνει το καθαρό λινάρι, δηλαδή το σκουλί. Αυτό το γνέθουν για να φτιάξουν το ράµµα, που ήταν το λεπτότατο νήµα που περνά από το βελόνι. Η επεξεργασία του όπως καταλαβαίνουµε, ήταν πολύπλοκη. Από το χοντρό λινάρι έφτιαχναν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάµισα.

Λινάρι

Λινάρι

Το µαλλί: Ήταν και είναι η σπουδαιότερη πρώτη ύλη. Μ’ αυτό ύφαιναν σε όλη την Ελλάδα κιλίµια για το πάτωµα, µπατανίες, χράµια, τορβάδες-σάκους που χρησίµευαν στη µεταφορά τροφίµων ή εργαλείων, κάπες και σκουτιά που ήταν µάλλινα κατώτερης ποιότητας.

Μαλλί

Μαλλί