Βαφές που χρησιμοποιούνταν τους πρώτους αιώνες

Μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι ουσίες που χρησιμοποιούνταν για τη βαφή υφασμάτων προέρχονταν μόνο από φυσικές πηγές, όπως λόγου χάρη από φυτά, έντομα και οστρακοειδή. Για παράδειγμα, η ίσατις η βαφική παρήγε μπλε βαφή , η ρεζεντά η κιτρινωπή, ή αλλιώς ώχρα, κίτρινη βαφή και το ερυρθρόδανο το βαφικό, το λεγόμενο ριζάρι, κόκκινη βαφή. Μια μαύρη βαφή προερχόταν από το αιματόξυλο, το καμπεχιανό, ενώ κάποια λειχήνα ονόματι ορκέλλη έδινε βιολετί βαφή. Τα όστρακα της πορφύρας παρήγαν μια πολύ ακριβή πορφυρή βαφή, γνωστή ως πορφυρό της Τύρου, ή αλλιώς αυτοκρατορική πορφύρα . Αυτή η βαφή χρησιμοποιούνταν για τα ενδύματα που φορούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.

Πολύ πριν από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, οι εξέχοντες και οι πλούσιοι φορούσαν ρούχα βαμμένα με φυσικές ουσίες. Κόκκινες βαφές, για παράδειγμα, παράγονταν από το θηλυκό έντομο κέρμης.

Όταν αγοράζουμε ρούχα ή υφάσματα, θέλουμε να έχουν ανεξίτηλα χρώματα. Εντούτοις, πολλά ξεθωριάζουν από τον ήλιο ή από τα επανειλημμένα πλυσίματα, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιούνται απορρυπαντικές ουσίες. Μερικές φορές τα υφάσματα μπορεί να χάνουν το χρώμα τους από τον ιδρώτα ή να ξεβάφουν όταν πλένονται μαζί με άλλα ρούχα. Η στερεότητα των χρωμάτων στη διάρκεια του πλυσίματος εξαρτάται από το πόσο ισχυρά προσκολλημένα είναι τα μόρια της βαφής στις ίνες. Τα επανειλημμένα πλυσίματα και η επίδραση των απορρυπαντικών που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό των λεκέδων αποχωρίζουν τη βαφή από τις ίνες, με αποτέλεσμα να ξεθωριάζει το χρώμα. Οι παρασκευαστές βαφών δοκιμάζουν τα προϊόντα τους για να δουν αν η επίδραση του φωτός, του πλυσίματος, των απορρυπαντικών και του ιδρώτα είναι σε αποδεκτά όρια.

 Η Διαδικασία της Βαφής

αρχαιο αγγειο

αρχαιο αγγειο

Εκθέματα στο Μουσείο Χρωμάτων δείχνουν ότι οι περισσότερες διαδικασίες βαφής είναι πολύ πιο περίπλοκες από την απλή εμβάπτιση νήματος ή υφάσματος σε διάλυμα βαφής. Σε πολλές περιπτώσεις, ένα στάδιο της διαδικασίας βαφής περιλαμβάνει τη χρήση προστύμματος, δηλαδή μιας ουσίας που προσκολλάται τόσο στην ίνα όσο και στη βαφή. Μέσω αυτής της ουσίας, η βαφή «δένει» με το νήμα και παύει να είναι υδατοδιαλυτή. Πολλές χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται ως προστύμματα, μερικές από τις οποίες είναι επικίνδυνες στη χρήση τους.

Η υφάντρα ή η κεντήστρα παρασκεύαζε τα χρώματα από τα φύλλα, τη ρίζα, τον καρπό ή τη φλούδα δέντρων και φυτών του τόπου της, σύμφωνα με πατροπαράδοτες συνταγές. Τα χρώματα αυτά συνδυάζονταν αρμονικά μεταξύ τους.Πριν από τη βαφή, έβραζαν τα νήματα ή τα υφάσματα, τα έπλεναν με καυτό νερό, σαπούνι και στάχτη. Εν συνεχεία, πρώτα μούσκευαν καλά τις θηλιές, τις κρεμούσαν σε ξύλο και τις βουτούσαν στο καζάνι (μπακίρα) με τη βαφή.

Το μεταξωτό ύφασμα πρώτα το έβρεχαν και μετά σταθεροποιούσαν τα χρώματα προσθέτοντας στο νερό διάφορες ουσίες, όπως αλάτι.

διαδικασια βαφης

διαδικασια βαφης

Ορισμένες διαδικασίες βαφής δημιουργούν δυσάρεστες οσμές. Μια από αυτές είναι η μακρά και περίπλοκη διαδικασία που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή του τουρκικού ερυθρού. Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιούνταν στα βαμβακερά υφάσματα και παρήγε ένα ζωηρό κόκκινο χρώμα που δεν επηρεαζόταν από το φως, το πλύσιμο ή τη λεύκανση. Κάποτε αυτή η διαδικασία περιλάμβανε 38 διαφορετικά στάδια και απαιτούνταν τέσσερις μήνες για την ολοκλήρωσή της! Μερικά από τα πιο όμορφα υφάσματα που εκτίθενται στο μουσείο είναι αυτά που ήταν βαμμένα με τουρκικό ερυθρό.

Η πρώτη βαφή που δεν είχε εξαχθεί από φυσικές πηγές αποδίδεται στον Γουίλιαμ Χένρι Πέρκιν το 1856. Ένα έκθεμα εξηγεί την ανακάλυψη της μοβεΐνης, μιας έντονης πορφυρής βαφής, από τον Πέρκιν. Ως το τέλος του 19ου αιώνα, είχαν παραχθεί πολλές άλλες συνθετικές βαφές σε ζωηρά χρώματα. Σήμερα παρασκευάζονται πάνω από 8.000 είδη συνθετικών βαφών . Τα μόνα φυσικά προϊόντα που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται συστηματικά είναι το αιματόξυλο,  το καμπεχιανό και η κοχενιλλίνη.

Στην Αίθουσα Χρωμάτων και Υφασμάτων του Μουσείου Χρωμάτων εξηγούνται οι ειδικές διαδικασίες που απαιτούνται σήμερα για τη βαφή συνθετικών υλικών, όπως είναι το ρεγιόν. Το ρεγιόν βισκόζη, το πιο δημοφιλές είδος ρεγιόν που χρησιμοποιείται τώρα, παρασκευάστηκε πρώτη φορά για εμπορικούς σκοπούς το 1905. Εφόσον το ρεγιόν βισκόζη είναι παρόμοιο από χημική άποψη με το βαμβάκι, οι περισσότερες διαθέσιμες βαφές εκείνης της εποχής ήταν κατάλληλες για χρήση. Ωστόσο, αρκετά νέα είδη βαφών έπρεπε να παρασκευαστούν για τα πιο σύγχρονα συνθετικά υφάσματα όπως είναι τα προερχόμενα από οξική κυτταρίνη, ο πολυεστέρας, το νάιλον και οι ακρυλικές ίνες.

Νέες υφαντικές ίνες

Παράγοντες που οδήγησαν στην αναζήτηση νέων υφαντικών ινών είναι:

  •   η αύξηση του πληθυσμού της γης
  •   η μείωση των πρώτων υλών
  •  το ψηλό κόστος παραγωγής
  •  οι ανάγκες της σύγχρονης ζωής

Πηγές των τεχνητών ινών είναι το πετρέλαιο, η κυτταρίνη του ξύλου, η καζεΐνη του γάλακτος, κ.ά. Γνωστές τεχνητές ίνες είναι το ρεγιόν, το νάιλον, το πολυέστερ, το τεριλύν και άλλες.
Ίνες αυτού του είδους περιλαμβάνουν την polyamide, το νάιλον, την πολυεστέρα, το ακρυλικό και το polyurethane. Τα χαρακτηριστικά τους είναι τα εξής:

Θετικά χαρακτηριστικά

  •     Οι ίνες που παράγονται χημικά είναι πολύ ανθεκτικές στο ζάρωμα και στη γενική φθορά και σκίσιμο.
  •    Είναι εξαιρετικά ελαστικές και μπορούν να επανακτούν το αρχικό τους σχήμα.
  •    Τα χρώματά τους είναι πολύ ανθεκτικά στο πλύσιμο.

Αρνητικά χαρακτηριστικά

  •    Η μικρή απορροφητικότητα υγρασίας που έχουν δημιουργεί στατικό ηλεκτρισμό.
  •    Οι συνθετικές ίνες είναι πολύ ευαίσθητες στην θερμότητα.

Συνθετικές ίνες

  1.   Ακρυλικό: Βασική πρώτη ύλη στη βιομηχανία των πλεκτών και των μαλλιών. Δεν τσαλακώνει και πλένεται στο πλυντήριο. Κάνει τα πλεκτά πιο ανθεκτικά, αλλά δεν εμποδίζει την δημιουργία κόμπων.
  2.  Ρεγιόν – βισκόζη: Στην αρχή λεγόταν τεχνητό μετάξι και είναι η πρώτη συνθετική ίνα (έτος κατασκευής 1891). Ουσιαστικά πρόκειται για ένα συνθετικό ύφασμα από φυσικές πρώτες ύλες, όπως ο πολτός ξύλου και τα κατάλοιπα από την επεξεργασία βαμβακιού. Θυμίζει το κρεπ, είναι ελαφρύ, «πέφτει» και δημιουργεί πτυχώσεις με την ομορφιά ενός φυσικού υλικού και φοριέται όλες τις εποχές (δυστυχώς τσαλακώνει εύκολα). ουσιαστικά η βισκόζη είναι ένα είδος ρεγιόν.
  3.   Λύκρα: Εφεύρεση της dupont (το πατενταρισμένο όνομα είναι spandex) μπορεί να τεντώσει 500% χωρίς να σπάσει ή να χάσει τη φόρμα του. Ανακατεύεται με τα πάντα και κάθε φορά που θα το δείς στην ετικέτα του ρούχου μπορείς να περιμένεις ελευθερία κίνησης.
  4.   Microfiber: Μια νεότερη πολυεστερική ίνα που μιμείται καλύτερα από τις υπόλοιπες τις ιδιότητες των φυσικών, Μαλακή, ελαφριά, δημιουργεί υφάσματα που αφήνουν το δέρμα να αναπνεύσει και πολλές φορές έχουν ένα απαλό φινίρισμα που θυμίζει το μετάξι ή το σουέτ. Την ίδια στιγμή συγκεντρώνει τα καλύτερα χαρακτηριστικά των συνθετικών. (εύκολη φροντίδα, αντοχή στη φθορά,στο νερό, στο τέντωμα).
  5.   Νάιλον: Παράγωγο του πετρελαίου, η πρώτη αμιγώς συνθετική ίνα στην ιστορία. Σε μια πρόσμιξη, αυξάνει την ανθεκτικότητα του ρούχου,βοηθά ή και καταργεί το σιδέρωμα, στεγνώνει σε χρόνο ρεκόρ, δεν τρώγεται από τον σκώρο. Στα κατά του έχει πολύ γυαλιστερό φινίρισμα, η παραγωγή στατικού ηλεκτρισμού και το κόμπιασμα. (πολυαμίδη είναι η κοινή ονομασία του νάιλον)
  6.   Νεοπαρέν: Συνθετικό λάστιχο με τις ιδιότητες του φυσικού. Αντοχή στο λάδι, στα χημικά, στη φωτιά, ελαφρότητα, αγκαλιάζει το σώμα και συγκρατεί τη θερμότητά του – κατεξοχήν υλικό για δύτες ,σέρφερ κ.λ.π. Πρόσφατα, έγινε sporty chic χάρη σε ονόματα όπως Chanel, Balenciaga, Prada.

    Νεοπαρεν

    Νεοπαρεν

  7.   Πολυεστέρ: Η πιο ευρέως χρησιμοποιημένη συνθετική ίνα, δεν είναι τόσο ελαστική όσο το νάιλον και συνήθως διαρκει περισσότερο. δεν «μπαίνει», στεγνώνει εύκολα και δεν τσαλακώνει.
  8.    Πολυεθουράνη: Συνθετικό υλικό που μιμείται την όψη και την υφή του δέρματος. Μπορεί να προσθέσει χαρακτηριστικά όπως η αντοχή στις καιρικές συνθήκες και η ελαστικότητα, γι’αυτό χρησιμοποιείται ως  εξωτερική στρώση.

Πολυεθουράνη

Πολυεθουράνη