Η αρχαία υφαντική

yfantresΗ υφαντική αποτελεί μία από τις βασικές οικοτεχνικές δραστηριότητες τόσο στην αρχαιότητα, όσο και μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής προβιομηχανικής κοινωνίας και είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γυναικεία δραστηριότητα, καθώς προορίζεται για αυτοκατανάλωση μέσα στα όρια του οίκου. Παράλληλα, αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας της οικογένειας της οικίας και για το λόγο αυτό συναντάται στη γλώσσα, στους μύθους, στη λατρεία, αλλά και στις διάφορες μορφές της τέχνης των αρχαίων, πηγές χάρη στις οποίες αντλούμε σήμερα ένα σύνολο σχετικών πληροφοριών για όλα τα επιμέρους στάδια των υφαντικών εργασιών.

Η υφαντική αποτελεί αγαθό με συσσωρευμένη εργασία, με χρόνο που υπερβαίνει τη μία ή και περισσότερες γενιές, συσχετιζόμενη αποκλειστικά με τη γυναίκα στην οποία ανήκε η ευθύνη για την παραγωγή των υφαντών, κατά την προϊστορική και κλασική αρχαιότητα, όταν δηλαδή προοριζόταν για αυτοκατανάλωση μέσα στα όρια του σπιτιού και της οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά, εργαστήρια υφαντουργίας που παρήγαγαν και πολυτελή υφάσματα υπήρχαν σε διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου.

Η υφαντική, όρος γενικός και αμφίσημος, περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη τεχνική της ύφανσης, δηλαδή της διαπλοκής των νημάτων για την παραγωγή του ενδύματος, αλλά ταυτόχρονα δηλώνει και ολόκληρο το σύνθετο κύκλο παραγωγής των υφασμάτων, περιλαμβάνοντας δηλαδή και διάφορες επιμέρους τεχνικές, όπως η βαφική και η νηματουργία. Οι πληροφορίες που διαμορφώνονται μέσα από τη μελέτη του υλικού, μαρτυρούν ότι από πολύ νωρίς στον ελλαδικό χώρο υπήρχε μία συσσωρευμένη γνώση η οποία αφορούσε τα διάφορα στάδια παραγωγής των υφασμάτων και η οποία επέτρεπε την άσκηση διαφόρων μορφών ελέγχου επάνω σε αυτά. Η πλούσια σωζόμενη εικονογραφία αποτυπώνει μία πληθώρα υφασμάτων κάθε λογής, με πολύπλοκα σχέδια και ποικίλα χρώματα, γεγονός που προϋποθέτει μία μακρόχρονη ιστορία με πλήθος πρώτων υλών, εργαλείων, υπολογισμών, ανθρώπινου χρόνου και τεχνικών γνώσεων. Λόγω του φθαρτού του υλικού τους, τα διατηρημένα υλικά κατάλοιπα είναι περιορισμένα αλλά και μοναδικά, καθώς τα υφάσματα είναι άκρως ευαίσθητα οργανικά υλικά και έτσι αποτελούν ένα σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα.

Τα ενδύματα, το τελικό προϊόν της υφαντικής, άμεσα συσχετιζόμενα με την ταυτότητα, την κοινωνική θέση, την ιδεολογία και το φύλο, η κύρια μαρτυρία δηλαδή από την οποία οι αρχαιολόγοι θα μπορούσαν να εξάγουν τα συμπεράσματά τους, απουσιάζουν. Έτσι οι πληροφορίες εξάγονται αποκλειστικά από τις αναπαραστάσεις, απ’ όλες δηλαδή αυτές τις μορφές της τέχνης όπου απεικονίζονται τα διάφορα είδη των αρχαίων ενδυμάτων. Κατά συνέπεια οι πληροφορίες που διαθέτουμε για την τεχνολογία της υφαντικής διαδικασίας προέρχονται τόσο από τα υπόλοιπα υλικά κατάλοιπα, όπως από τα σφοντύλια ή τις αγνύθες που σώθηκαν στο χρόνο λόγω του άφθαρτου υλικού τους, όσο και από τις προαναφερθείσες πηγές της τέχνης. Ο πλούτος όλων αυτών των εικονογραφικών παραστάσεων καταδεικνύει τον υψηλό βαθμό τεχνογνωσίας της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ως προς την παραγωγή των υφασμάτων, μέσα από μία αλληλουχία πολύπλοκων διαδικασιών.

Η όλη διαδικασία για την παραγωγή ενός υφαντού ξεκινούσε ουσιαστικά από την κουρά των προβάτων και την ταλασιουργία, ενώ σε δεύτερο στάδιο αφορούσε τη νύσι, το στήσιμο του αργαλειού, το στημόνιασμα, την ύφανση του υφαντού και τέλος την επεξεργασία των υφαντών σε ειδικά εργαστήρια, τα κναφεία.

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΗΣ

ΜΕΜΟΣ ΣΟΥΛΕΙΜΑΝΟΓΛΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΥΦΩΝΙΔΗΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΔΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΙΔΟΥ